διατακτικός

δια-τακτικός, ή, όν,
A capable of ordering, arranging, Phld.Oec.p.52 J., Ptol.Tetr.82. Adv. -κῶς Gloss.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διατακτικός — ή, ό (AM διατακτικός, ή, όν) ο κατάλληλος για διάταξη, διευθέτηση νεοελλ. 1. αυτός που σχετίζεται με διάταγμα ή διαταγή 2. το θηλ. ως ουσ. η διατακτική έγγραφο ειδικού τύπου με το οποίο δίνεται άδεια εισπράξεως, παραλαβής, αποθήκευσης κ.λπ. 3. το …   Dictionary of Greek

  • διατακτικός — [дисгактикос] εκ. сомневающийся, нерешительный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διατακτικώτερον — διατακτικός capable of ordering adverbial comp διατακτικός capable of ordering masc acc comp sg διατακτικός capable of ordering neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατακτικοῦ — διατακτικός capable of ordering masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατακτικήν — διατακτικός capable of ordering fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατακτικῶς — διατακτικός capable of ordering adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατακτικό — το βλ. διατακτικός …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.